κασαπηλειό
•
- κρητικάκρεοπωλείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασαπηλειό < *κασαπηλείον < *κασάπηλας < κασαπιλεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κασαπηλειό < *κασαπηλείον < *κασάπηλας < κασαπιλεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →