κασελάκι
•
- ειδικά κατασκευασμένο κιβώτιο για τα εργαλεία των λούστρων Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: κασέλι
Ετυμολογία
κασελάκι < κασέλα + υποκοριστικό επίθημα -άκι < μεσαιωνική ελληνική κασέλα < βενετική cassela < υστερολατινική capsella < λατινική capsa < capio
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασελάκι | κασελάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κασελάκι | κασελάκια |
| Κλητική | κασελάκι | κασελάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →