Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κασετινούλα

/ka.se.tiˈnu.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του κασετίνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κασετινούλα < κασετίνα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκασετινούλακασετινούλες
Γενικήκασετινούλας—
Αιτιατικήκασετινούλακασετινούλες
Κλητικήκασετινούλακασετινούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →