Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κασμίρι

/kaˈzmi.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος λείου, ζεστού, γυαλιστερού και ακριβού υφάσματος Βικιλεξικό
    • …(ο πατέρας της, ο Πέτρος Σκιαδάς, είχε φημισμένο κατάστημα κασμιριών, κοντά στο δημοτικό θέατρο)…
  2. κατ’ επέκτασηρούχο από αυτό το ύφασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κασμίρι < (άμεσο δάνειο) γαλλική cachemire < Cachemire (περιοχή της Ινδίας) < χίντι कश्मीर (kaśmīra) < σανσκριτική कश्मीर (kaśmīra)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκασμίρικασμίρια
Γενικήκασμιριούκασμιριών
Αιτιατικήκασμίρικασμίρια
Κλητικήκασμίρικασμίρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →