κασμίρι
•
- είδος λείου, ζεστού, γυαλιστερού και ακριβού υφάσματος Βικιλεξικό
- …(ο πατέρας της, ο Πέτρος Σκιαδάς, είχε φημισμένο κατάστημα κασμιριών, κοντά στο δημοτικό θέατρο)…
- κατ’ επέκτασηρούχο από αυτό το ύφασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασμίρι < (άμεσο δάνειο) γαλλική cachemire < Cachemire (περιοχή της Ινδίας) < χίντι कश्मीर (kaśmīra) < σανσκριτική कश्मीर (kaśmīra)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασμίρι | κασμίρια |
| Γενική | κασμιριού | κασμιριών |
| Αιτιατική | κασμίρι | κασμίρια |
| Κλητική | κασμίρι | κασμίρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →