Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καστανιά

/ka.staˈɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δέντροτο αιωνόβιο φυλλοβόλο δέντρο του γένους Castanea, με οδοντωτά φύλλα, που καλλιεργείται για το ξύλο του και για το καρπό, το κάστανο Βικιλεξικό
    • στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

καστανιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καστανιά < ελληνιστική κοινή καστανέα με συνίζηση για αποφυγή χασμωδίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαστανιάκαστανιές
Γενικήκαστανιάςκαστανιών
Αιτιατικήκαστανιάκαστανιές
Κλητικήκαστανιάκαστανιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καστάνια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εξάρτημα μηχανισμού το οποίο εμποδίζει την περιστροφή γραναζιού προς τη μία φορά Βικιλεξικό
  2. κατ' επέκτασηεργαλείο-κλειδί που χρησιμεύει για βίδωμα ή ξεβίδωμα και εμπεριέχει καστάνια(1) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καστάνια < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαστάνιακαστάνιες
Γενικήκαστάνιας—
Αιτιατικήκαστάνιακαστάνιες
Κλητικήκαστάνιακαστάνιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →