καστανομαλλούσα
•
- ουσιαστικοποιημένοθηλυκό του καστανομάλλης Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: καστανομάλλα
Ετυμολογία
καστανομαλλούσα < καστανομάλλ(α) + -ούσα, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καστανομάλλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καστανομαλλούσα | καστανομαλλούσες |
| Γενική | καστανομαλλούσας | — |
| Αιτιατική | καστανομαλλούσα | καστανομαλλούσες |
| Κλητική | καστανομαλλούσα | καστανομαλλούσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →