καστανόχωμα
•
- είδος φυτοχώματος που είναι αποτέλεσμα αποσύνθεσης φύλλων και ξύλου καστανιάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καστανόχωμα < κασταν(ιά) + -ό- + χώμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καστανόχωμα | — |
| Γενική | καστανοχώματος | — |
| Αιτιατική | καστανόχωμα | — |
| Κλητική | καστανόχωμα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →