Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καστόρι

/kaˈsto.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δέρμα από κάστορα ή από άλλο ζώο που του μοιάζει σε υφή Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας ⌘ Γεώργιος Σουρής, 1853‑1919 Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Γ'
    • «...Αλλά τα άλλα; Και πού είναι τα κομψά γυναικεία καπέλα;» μου είπε η μαμά. «Για τις γυναίκες έχουμε μόνο πλεκτούς σκούφους και αυτά εδώ από καστόρι» μας εξήγησε ο ευγενικός υπάλληλος του μαγαζιού

Ετυμολογία

καστόρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική castoro + -ι. Συγκρίνετε με το γαλλικό (αντιδάνειο) καστόρ < αρχαία ελληνική κάστωρ :: Κατ' άλλη άποψη, (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική καστόριν / -ιον < ελληνιστική κοινή καστόριον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαστόρικαστόρια
Γενικήκαστοριούκαστοριών
Αιτιατικήκαστόρικαστόρια
Κλητικήκαστόρικαστόρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καστόρι

/kaˈsto.ɾi/επίθετο
•
  1. προϊόν από γούνα κάστορα Βικιλεξικό
    • Αγόρασα μια τσάντα καστόρι ασορτί με τα παπούτσια.
    • 1892 Αλεξάνδρα Παππαδοπούλου. Η καλή μοίρα. Εστία, 32, 1892, σελ.81-82 @books.google

Ετυμολογία

καστόρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική castoro + -ι. Συγκρίνετε με το γαλλικό (αντιδάνειο) καστόρ < αρχαία ελληνική κάστωρ :: Κατ' άλλη άποψη, (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική καστόριν / -ιον < ελληνιστική κοινή καστόριον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαστόρικαστόρικαστόρι
Γενικήκαστοριούκαστοριούκαστοριού
Αιτιατικήκαστόρικαστόρικαστόρι
Κλητικήκαστόρικαστόρικαστόρι

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαστόριακαστόριακαστόρια
Γενικήκαστοριώνκαστοριώνκαστοριών
Αιτιατικήκαστόριακαστόριακαστόρια
Κλητικήκαστόριακαστόριακαστόρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →