κατά κόρον
•
- λόγιουπερβολικά, μέχρι κορεσμού, επανειλημμένα Βικιλεξικό
- Η βρετανική αστυνομία αναζητά δύο κρατούμενους που αφέθηκαν κατά λάθος ελεύθεροι τις τελευταίες ημέρες από μια φυλακή του Λονδίνου, φέρνοντας ξανά σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση, μετά την παρόμοια υπόθεση, που προβλήθηκε κατά κόρον από τα μέσα ενημέρωσης, ενός Αιθίοπα που είχε καταδικαστεί για σεξουαλική επίθεση. (www.ertnews.gr, 05.11.2025)
Ετυμολογία
κατά κόρον → δείτε τις λέξεις κατά και κόρος < αρχαία ελληνική κόρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →