κατά λέξιν
•
- κυριολεκτικά Βικιλεξικό
- επιθετικοποιημένοκυριολεκτικός Βικιλεξικό
- Ἡ μετάφασις τοῦ Δοξαρᾶ εἶναι κατὰ λέξιν· ἐὰν δὲ ηὐδοκίμησεν εἰς τὸ δυσχερὲς αὐτοῦ ἔργον καὶ, μεταχεριζόμενος γλῶσσαν ἔτι ἄμορφον καὶ ἀτελῆ ἠδυνήθη νὰ τὴν ἐξισώσῃ μὲ τὸ κείμενον ἢ νὰ μεταφέρῃ λέξεις καὶ ἰδέας πάντη καινοφανεῖς
Ετυμολογία
κατὰ λέξιν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατὰ λέξιν
Άλλοι τύποι
κατὰ λέξιν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →