κατά μέτωπο επίθεση
•
- στρατιωτικός όροςέκφραση που χρησιμοποιείται για την τακτική της άμεσης επίθεσης στο μέτωπο της παράταξης του εχθρού σε στρατιωτικές μάχες (σε αντιδιαστολή προς την πλαγιοκόπηση ή άλλες τακτικές π.χ. φθοράς του εχθρού) Βικιλεξικό
- μεταφορικάη έκφραση χρησιμοποιείται για κάθε είδους αντιπαράθεση, σε αντιδιαστολή προς την επιδίωξη της νίκης με έμμεσο, πλάγιο τρόπο ή ήπια τακτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατά μέτωπο επίθεση → δείτε τις λέξεις κατά, μέτωπο και επίθεση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →