κατά πλάτος
•
- με κατεύθυνση παράλληλη προς το πλάτος κάποιου αντικειμένου, γραμμής ή χώρου, διασχίζοντας την έκτασή του Βικιλεξικό
- Προκειμένου να δημιουργήσει νέες αναμνήσεις, η οικογένεια Άνταμς θα ξεκινήσει ένα road trip κατά πλάτος της Αμερικής. (www.efsyn.gr, 27.10.2021)
Ετυμολογία
κατά πλάτος < κατά + πλάτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →