Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατά τόπους

/kata‿ˈtopus/φράση
•
  1. ως επίρρημασε διάφορους τόπους / μέρη, σε κάποιες περιοχές Βικιλεξικό
    • Αύριο, θα έχουμε βροχές κατά τόπους.
  2. ως επίθετοσε διάφορους τόπους / μέρη, σε κάποιες περιοχές Βικιλεξικό
    • τα κατά τόπους κέντρα υγείας, οι κατά τόπους υπηρεσίες εξυπηρέτησης

Ετυμολογία

κατά τόπους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατὰ τόπους Δείτε κατά & τόπους, αιτιατική πληθυντικού του τόπος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →