κατά τόπους
•
- ως επίρρημασε διάφορους τόπους / μέρη, σε κάποιες περιοχές Βικιλεξικό
- Αύριο, θα έχουμε βροχές κατά τόπους.
- ως επίθετοσε διάφορους τόπους / μέρη, σε κάποιες περιοχές Βικιλεξικό
- τα κατά τόπους κέντρα υγείας, οι κατά τόπους υπηρεσίες εξυπηρέτησης
Ετυμολογία
κατά τόπους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατὰ τόπους Δείτε κατά & τόπους, αιτιατική πληθυντικού του τόπος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →