κατάβαση
•
- πορεία προς τα κάτω, το κατέβασμα (ιδίως από βουνό) Βικιλεξικό
- Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί την κατάβαση από τη δυτική πλαγιά του βουνού.
Ετυμολογία
κατάβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάβα(σις) (< καταβαίνω) + -ση < → δείτε κατά-, βαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάβαση | καταβάσεις |
| Γενική | κατάβασης | καταβάσεων |
| Αιτιατική | κατάβαση | καταβάσεις |
| Κλητική | κατάβαση | καταβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →