Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάβαση

/kaˈta.va.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πορεία προς τα κάτω, το κατέβασμα (ιδίως από βουνό) Βικιλεξικό
    • Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί την κατάβαση από τη δυτική πλαγιά του βουνού.

Ετυμολογία

κατάβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάβα(σις) (< καταβαίνω) + -ση < → δείτε κατά-, βαίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάβασηκαταβάσεις
Γενικήκατάβασηςκαταβάσεων
Αιτιατικήκατάβασηκαταβάσεις
Κλητικήκατάβασηκαταβάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →