κατάβρεχος
•
- λογοτεχνικόάλλη γραφή του κατάβροχος Βικιλεξικό
- μην επαινείτε το Μάρτιο, αυτός έχει πολύ πείσμα, διότι μπορούσε να 'ρθει κατάβρεχος, με κακοκαιρία και να φέρει κοσμοχαλασιά.
Ετυμολογία
κατάβρεχος < κατά- + βρέχ(ω) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάβρεχος | κατάβρεχη | κατάβρεχο |
| Γενική | κατάβρεχου | κατάβρεχης | κατάβρεχου |
| Αιτιατική | κατάβρεχο | κατάβρεχη | κατάβρεχο |
| Κλητική | κατάβρεχε | κατάβρεχη | κατάβρεχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάβρεχοι | κατάβρεχες | κατάβρεχα |
| Γενική | κατάβρεχων | κατάβρεχων | κατάβρεχων |
| Αιτιατική | κατάβρεχους | κατάβρεχες | κατάβρεχα |
| Κλητική | κατάβρεχοι | κατάβρεχες | κατάβρεχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →