κατάβροχος
•
- λογοτεχνικόο πολύ βρεγμένος Βικιλεξικό
- Ὁ σκοπὸς ἀκίνητος ἐν τῇ πρώρᾳ, θεωρεῖ πάντοτε ἐμπρός, λησμονήσας τώρα καὶ τὸ τραγοῦδί του, συμμαζευόμενος μέσα εἰς τὴν γοῦνάν του, κατάβροχος, κρατούμενος καλῶς μὴ ἀρπαγῇ, κτυπώμενος συνεχῶς ὑπὸ τῶν κυμάτων ὡς νὰ θέλουν νὰ τὸν ρίψουν κάτω ἀπὸ τὴν σκοπιάν του, τὸν φύλακα τὸν ἄγρυπνον, κ’ ἐν ἐφόδῳ εἰσορμήσωσιν εἶτα.
Ετυμολογία
κατάβροχος < ελληνιστική κοινή κατάβροχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάβροχος | κατάβροχη | κατάβροχο |
| Γενική | κατάβροχου | κατάβροχης | κατάβροχου |
| Αιτιατική | κατάβροχο | κατάβροχη | κατάβροχο |
| Κλητική | κατάβροχε | κατάβροχη | κατάβροχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάβροχοι | κατάβροχες | κατάβροχα |
| Γενική | κατάβροχων | κατάβροχων | κατάβροχων |
| Αιτιατική | κατάβροχους | κατάβροχες | κατάβροχα |
| Κλητική | κατάβροχοι | κατάβροχες | κατάβροχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →