Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάβροχος

/kaˈta.vɾo.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόο πολύ βρεγμένος Βικιλεξικό
    • Ὁ σκοπὸς ἀκίνητος ἐν τῇ πρώρᾳ, θεωρεῖ πάντοτε ἐμπρός, λησμονήσας τώρα καὶ τὸ τραγοῦδί του, συμμαζευόμενος μέσα εἰς τὴν γοῦνάν του, κατάβροχος, κρατούμενος καλῶς μὴ ἀρπαγῇ, κτυπώμενος συνεχῶς ὑπὸ τῶν κυμάτων ὡς νὰ θέλουν νὰ τὸν ρίψουν κάτω ἀπὸ τὴν σκοπιάν του, τὸν φύλακα τὸν ἄγρυπνον, κ’ ἐν ἐφόδῳ εἰσορμήσωσιν εἶτα.

Ετυμολογία

κατάβροχος < ελληνιστική κοινή κατάβροχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάβροχοςκατάβροχηκατάβροχο
Γενικήκατάβροχουκατάβροχηςκατάβροχου
Αιτιατικήκατάβροχοκατάβροχηκατάβροχο
Κλητικήκατάβροχεκατάβροχηκατάβροχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάβροχοικατάβροχεςκατάβροχα
Γενικήκατάβροχωνκατάβροχωνκατάβροχων
Αιτιατικήκατάβροχουςκατάβροχεςκατάβροχα
Κλητικήκατάβροχοικατάβροχεςκατάβροχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →