κατάγομαι
•
- προέρχομαι από κάποιον τόπο Βικιλεξικό
- ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης καταγόταν από τη Λέσβο
- η πατάτα ως προϊόν κατάγεται από την περιοχή της Ν. Αμερικής
- προέρχομαι από κάποια οικογένεια ή φυλή Βικιλεξικό
- κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνική, καθώς και οι δύο του γονείς είναι μουσικοί
- φυλή που κατάγεται από τους Μάγια
- αποτελώ εξέλιξη κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
- η λέξη "άσπρος" κατάγεται από το λατινικό asper
Ετυμολογία
κατάγομαι < παθητική φωνή του ρήματος κατάγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →