Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάδικος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που έχει καταδικαστεί από επίσημη δικαστική αρχή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάδικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάδικοςκατάδικοι
Γενικήκατάδικου / καταδίκουκατάδικων / καταδίκων
Αιτιατικήκατάδικοκατάδικους / καταδίκους
Κλητικήκατάδικεκατάδικοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καταδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοτελείως, εντελώς δικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταδικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδικόςκαταδικήκαταδικό
Γενικήκαταδικούκαταδικήςκαταδικού
Αιτιατικήκαταδικόκαταδικήκαταδικό
Κλητικήκαταδικέκαταδικήκαταδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδικοίκαταδικέςκαταδικά
Γενικήκαταδικώνκαταδικώνκαταδικών
Αιτιατικήκαταδικούςκαταδικέςκαταδικά
Κλητικήκαταδικοίκαταδικέςκαταδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →