Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάθεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταθέτω Βικιλεξικό
    • ένορκη κατάθεση
    • Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. οικονομίαη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταθέτω Βικιλεξικό
    • Τα περισσότερα υποκαταστήματα της περιοχής της πρωτεύουσας είχαν συνδεθεί με το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας, ώστε η κατάθεση, η ανάληψη ή η ενημέρωση του βιβλιαρίου να γίνονται σε σύντομο χρόνο. (Αργυρώ Αγγελοπούλου, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος: ένα Χρονικό, 2002, σελ. 112)

Ετυμολογία

κατάθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάθε(σις) (τοποθέτηση στο έδαφος, πληρωμή) + -ση < αρχαία ελληνική κατάθεσις (υποθήκη) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική déposition

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάθεσηκαταθέσεις
Γενικήκατάθεσηςκαταθέσεων
Αιτιατικήκατάθεσηκαταθέσεις
Κλητικήκατάθεσηκαταθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →