κατάκαυση
•
- σπάνιοη ολοσχερής καύση, η ολική αποτέφρωση Βικιλεξικό
- η κατάκαυση των ξύλινων μερών της κατασκευής ήταν αποτέλεσμα της αργοπορημένης αντίδρασης στο ξέσπασμα της φωτιάς
- σπάνιοη αργή έκρηξη όπως αυτή των εκρηκτικών που χρησιμοποιούνται ως προωθητικό υλικό (λ.χ. σε εκτοξεύσεις) Βικιλεξικό
- νεολογισμόςμέθοδος ελεγχόμενης χρήσης φωτιάς περιμετρικά μιας πυρκαγιάς σε αγροτοδασική έκταση, με στόχο το κάψιμο της καύσιμης ύλης σε συγκεκριμένο εύρος και τη διαπλάτυνση των ζωνών με καμένο υλικό, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα η πυρκαγιά να υπερπηδήσει αυτές τις ζώνες Βικιλεξικό
- Τη δυνατότητα χρήσης του αντιπυρός και της κατάκαυσης θα έχουν στο εξής οι δυνάμεις της Πυροσβεστικής. (Φωτιές: Τι είναι η μέθοδος «αντιπύρ» που βρίσκεται πια στη φαρέτρα των πυροσβεστών - Πότε θα μπορεί να εφαρμόζεται εφημ. Έθνος, 25/06/2022 https://www.ethnos.gr/greece/article/213582/fotiestieinaihmethodosantipyrpoybrisketaipiasthfaretratonpyrosbestonpotethamporeinaefarmozetai)
Ετυμολογία
κατάκαυση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κατάκαυσις, κατακαίω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάκαυση | κατακαύσεις |
| Γενική | κατάκαυσης | κατακαύσεων |
| Αιτιατική | κατάκαυση | κατακαύσεις |
| Κλητική | κατάκαυση | κατακαύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →