κατάκλιση
•
- η ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα να τοποθετηθεί κάτω ξαπλωτά κάποιος ή κάτι Βικιλεξικό
- το πλάγιασμα στο κρεβάτι, το ξάπλωμα Βικιλεξικό
- Είναι η ώρα της νυχτερινής κατάκλισης.
- ιατρικήη πληγή ή το έλκος που δημιουργείται στο δέρμα, σε περιοχές του σώματος που βρίσκονται σε διαρκή πίεση και τριβή όταν το άτομο μένει για μεγάλο διάστημα ακινητοποιημένο ή κατάκοιτο, οπότε διακόπτεται τοπικά η μικροκυκλοφορία του αίματος και νεκρώνεαι το δέρμα και οι γύρω ιστοί Βικιλεξικό
- έκφραση: έλκος εκ κατακλίσεως
- γυμναστικήόρος για συγκεκριμένες στάσεις και ασκήσεις κατά τις οποίες το σώμα έρχεται σε επαφή με το δάπεδο Βικιλεξικό
- Το σώμα έρχεται σε επαφή με το δάπεδο είτε πλαγίως, στην πλάγια κατάκλιση, είτε σε ύπτια θέση (ανάσκελα) στη στάση της ύπτιας κατάκλισης, είτε σε πρηνή (μπρούμυτα) θέση στη στάση της πρηνούς κατάκλισης.
- γεωμετρίαπλαγίαση ενός σημείου, μίας ευθείας, καμπύλης ή ενός επιπέδου σε ένα από τα προβολικά του επίπεδα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- ναυπηγικήτο καργάρισμα, δηλαδή το πλάγιασμα του πλοίου στη μία του πλευρά ώστε να γίνουν εργασίες στην άλλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάκλιση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάκλι(σις) + -ση < κατακλίνω < κατα- + κλίνω :* για τη σημασία «πληγή» < πιθανόν σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική decubitus ulcer
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάκλιση | κατακλίσεις |
| Γενική | κατάκλισης | κατακλίσεων |
| Αιτιατική | κατάκλιση | κατακλίσεις |
| Κλητική | κατάκλιση | κατακλίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →