Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάκλυση

/kaˈta.kli.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η υπερπλήρωση ενός χώρου με κάποιο υλικό Βικιλεξικό
    • Στὸ κέντρο, σύστημα ἀρδεύσεως μὲ κατάκλυση: τὸ συστηματοποιημένο ἔδαφος διαιρεῖται σὲ τμήματα ἢ πρασιὲς (βραγιὲς) ποὺ περιβάλλονται ἀπὸ μικρὰ ἀναχώματα. Δεξιά, σύστημα ἀρδεύσεως μὲ ὑπερεκχείλιση: τὸ ἔδαφος ἔχει διαμορφωθῆ σὲ ... (Εγκυκλοπαίδεια Δομή έγχρωμη: όλες οι γνώσεις για όλους, 1969, σελ. 266)
    • Η κατάκλυση του χώρου πρέπει να γίνει με αφρό χαμηλής ή μέσης διόγκωσης εάν περιέχονται υγρά καύσιμα (Β΄ Κατηγορίας) ή με αφρό μεγάλης διόγκωσης εάν πρόκειται με πιθανή ανάφλεξη υγραερίου ή φυσικού αερίου (Γ΄ Κατηγορία). (ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ: Αριθ. Π-7086/Φ5.2 /88 Συμπλήρωση της Υπουργικής Απόφασης 34628/1985 (ΦΕΚ 799) 31.12.85/τ.Β’) «καθορισμός τεχνικών προδιαγραφών ασφαλούς λειτουργίας, διαμόρφωσης, σχεδίασης και κατασκευής των εγκαταστάσεων εναποθήκευσης υγρών καυσίμων των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών», ΦΕΚ 550/Β/3-8-88 https://www.elinyae.gr/sites/default/files/2019-07/b550_88.1141293748074.pdf)

Ετυμολογία

κατάκλυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάκλυσις < κατακλύζω. Μορφολογικά αναλύεται σε κατακλύζω + -ση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάκλυσηκατακλύσεις
Γενικήκατάκλυσηςκατακλύσεων
Αιτιατικήκατάκλυσηκατακλύσεις
Κλητικήκατάκλυσηκατακλύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →