κατάπιομα
•
- προφορικόη κατάποση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάπιομα < καταπίνω, θέμα καταπιω- + -μα. Μορφολογικά, κατά- + πιόμα (δείτε εκεί για τη γραφή με όμικρον).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάπιομα | καταπιόματα |
| Γενική | καταπιόματος | καταπιομάτων |
| Αιτιατική | κατάπιομα | καταπιόματα |
| Κλητική | κατάπιομα | καταπιόματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →