Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάπτυστος

/kaˈta.pti.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πάρα πολύ αισχρός και προκαλεί απέχθεια, αυτός που χαρακτηρίζεται, λαϊκά, "για φτύσιμο" Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάπτυστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάπτυστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάπτυστοςκατάπτυστηκατάπτυστο
Γενικήκατάπτυστουκατάπτυστηςκατάπτυστου
Αιτιατικήκατάπτυστοκατάπτυστηκατάπτυστο
Κλητικήκατάπτυστεκατάπτυστηκατάπτυστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάπτυστοικατάπτυστεςκατάπτυστα
Γενικήκατάπτυστωνκατάπτυστωνκατάπτυστων
Αιτιατικήκατάπτυστουςκατάπτυστεςκατάπτυστα
Κλητικήκατάπτυστοικατάπτυστεςκατάπτυστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →