κατάπτωση
•
- η επιδείνωση της φυσικής κατάστασης ενός ατόμου, η εξάντληση Βικιλεξικό
- νιώθω κατάπτωση
- η ηθική παρακμή Βικιλεξικό
- η κατάπτωση της αστικής τάξης
Ετυμολογία
κατάπτωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάπτω(σις) + -ση < καταπίπτω. Μορφολογικά αναλύεται σε κατά- + πτῶσις (πτώση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάπτωση | καταπτώσεις |
| Γενική | κατάπτωσης | καταπτώσεων |
| Αιτιατική | κατάπτωση | καταπτώσεις |
| Κλητική | κατάπτωση | καταπτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →