Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάπτωσις

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πέσιμο Βικιλεξικό
  2. κατάπτωση από εξάντληση Βικιλεξικό
  3. ελληνιστική σημασίακαταστροφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάπτωσις, ήδη τον 5ο αιώνα στον Ιπποκράτη < καταπίπτω (πέφτω, καταβάλλομαι). Μορφολογικά, κατά- + πτῶσις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →