κατάπτωσις
•
- πέσιμο Βικιλεξικό
- κατάπτωση από εξάντληση Βικιλεξικό
- ελληνιστική σημασίακαταστροφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάπτωσις, ήδη τον 5ο αιώνα στον Ιπποκράτη < καταπίπτω (πέφτω, καταβάλλομαι). Μορφολογικά, κατά- + πτῶσις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →