κατάσαρκα
•
- τοπικό επίρρημααπευθείας πάνω στην επιδερμίδα, στο σώμα Βικιλεξικό
- έβαλε το φανελάκι του κατάσαρκα
Ετυμολογία
κατάσαρκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατάσαρκα < φράση κατά σάρκα (δείτε και το μεσαιωνικό κατασάρκα). Διαφορετική η σημασία του ελληνιστικού κατάσαρκος (πλαδαρός).
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →