Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάσταση

/kaˈta.sta.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο· οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως Βικιλεξικό
    • τρέχουσα κατάσταση, οικογενειακή κατάσταση
  2. πίνακας, λίστα, κατάλογος στον οποίο υπάρχουν ονόματα ή και άλλα στοιχεία σύμφωνα με μια ιδιότητά τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάσταση < αρχαία ελληνική κατάστα(σις) + -ση. Για σύγχρονους όρους, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική état. Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + στάση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάστασηκαταστάσεις
Γενικήκατάστασηςκαταστάσεων
Αιτιατικήκατάστασηκαταστάσεις
Κλητικήκατάστασηκαταστάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →