κατάσταση
•
- ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο· οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως Βικιλεξικό
- τρέχουσα κατάσταση, οικογενειακή κατάσταση
- πίνακας, λίστα, κατάλογος στον οποίο υπάρχουν ονόματα ή και άλλα στοιχεία σύμφωνα με μια ιδιότητά τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάσταση < αρχαία ελληνική κατάστα(σις) + -ση. Για σύγχρονους όρους, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική état. Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + στάση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάσταση | καταστάσεις |
| Γενική | κατάστασης | καταστάσεων |
| Αιτιατική | κατάσταση | καταστάσεις |
| Κλητική | κατάσταση | καταστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →