Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάφρακτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο πολύ καλά προστατευμένος από θώρακα, πανοπλία Βικιλεξικό
  2. ονομασία στρατιωτικών μονάδων των Πάρθων γύρω στο 300 π.Χ. Βικιλεξικό
  3. ονομασία του βαρέος ιππικού του Βυζαντίου μετά το 900 μ.Χ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάφρακτος < αρχαιαοελληνικό επίθετο κατάφρακτος και ακόμα παλαιότερα κατάφαρκτος < κατά + φρακτός ή φαρκτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάφρακτοςκατάφρακτηκατάφρακτο
Γενικήκατάφρακτουκατάφρακτηςκατάφρακτου
Αιτιατικήκατάφρακτοκατάφρακτηκατάφρακτο
Κλητικήκατάφρακτεκατάφρακτηκατάφρακτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάφρακτοικατάφρακτεςκατάφρακτα
Γενικήκατάφρακτωνκατάφρακτωνκατάφρακτων
Αιτιατικήκατάφρακτουςκατάφρακτεςκατάφρακτα
Κλητικήκατάφρακτοικατάφρακτεςκατάφρακτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →