κατάφυση
•
- ανατομίαάκρο μυός που προσφύεται σε οστό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάφυση < ελληνιστική κοινή κατάφῠσις < καταφύω < κατά + αρχαία ελληνική φύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάφυση | καταφύσεις |
| Γενική | κατάφυσης | καταφύσεων |
| Αιτιατική | κατάφυση | καταφύσεις |
| Κλητική | κατάφυση | καταφύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →