κατάχαμα
•
- οικείοπου βρίσκεται κάτω, που είναι επάνω στο πάτωμα ή στο έδαφος Βικιλεξικό
- Δε βρήκε άλλο μέρος στο δωμάτιο για να τ' ακουμπήσει, και τ' άφησε κατάχαμα.
Ετυμολογία
κατάχαμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατάχαμα <
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →