Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάχλωμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετοάλλη γραφή του κατάχλομος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάχλωμος < κατα- + χλωμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάχλωμοςκατάχλωμηκατάχλωμο
Γενικήκατάχλωμουκατάχλωμηςκατάχλωμου
Αιτιατικήκατάχλωμοκατάχλωμηκατάχλωμο
Κλητικήκατάχλωμεκατάχλωμηκατάχλωμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάχλωμοικατάχλωμεςκατάχλωμα
Γενικήκατάχλωμωνκατάχλωμωνκατάχλωμων
Αιτιατικήκατάχλωμουςκατάχλωμεςκατάχλωμα
Κλητικήκατάχλωμοικατάχλωμεςκατάχλωμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →