Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατέχων

ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει κάτι στην κατοχή του Βικιλεξικό
    • Διαφέρει δ ̓ ἡ ναυταπάτη τῆς πειρατείας, διότι αὕτη μὲν γίγνεται διὰ βιαίας ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ κατέχοντος πρᾶγμα προσώπου, ἡ δὲ ναυταπάτη διὰ δόλου ὑπ ̓ αὐτοῦ τοῦ κατόχου πράττεται. (Νικόλαος Σαρίπολος, Σύστημα τῆς ἐν Ἑλλάδι ἰσχυούσης ποινικῆς νομοθεσίας, τόμ. 3ος, Αθήνα, Τύποις Χ.Ν. Φιλαδελφέως, σελ. 391, 1870)

Ετυμολογία

κατέχων < αρχαία ελληνική κατέχων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατέχω - και (ουσιαστικοποιημένο)

Άλλοι τύποι

κατέχονκατέχοντακατέχοντεςκατέχοντοςκατέχουσακατέχουσαςκατέχουσεςκατέχωνκατεχουσώνκατεχούσηςκατεχόντων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →