καταβαραθρώνω
•
- ρίχνω κάποιον/κάτι σε ένα βάραθρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροκαλώ την πτώση κάποιου σε πολύ χαμηλά επίπεδα ή την πλήρη απαξίωση ή αποτυχία ή καταστροφή του Βικιλεξικό
- τα νέα μέτρα καταβαράθρωσαν τη δημοτικότητα του πρωθυπουργού
Ετυμολογία
καταβαραθρώνω < κατα- + βαραθρώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική abîmer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταβαραθρώνω | καταβαραθρώνεις | καταβαραθρώνει | καταβαραθρώνουμε | καταβαραθρώνετε | καταβαραθρώνουν / καταβαραθρώνουνε |
| Παρατατικός | καταβαράθρωνα | καταβαράθρωνες | καταβαράθρωνε | καταβαραθρώναμε | καταβαραθρώνατε | καταβαράθρωναν / καταβαραθρώναν / καταβαραθρώνανε |
| Αόριστος | καταβαράθρωσα | καταβαράθρωσες | καταβαράθρωσε | καταβαραθρώσαμε | καταβαραθρώσατε | καταβαράθρωσαν / καταβαραθρώσαν / καταβαραθρώσανε |
| Μέλλοντας | θα καταβαραθρώνω / θα καταβαραθρώσω | θα καταβαραθρώνεις / θα καταβαραθρώσεις | θα καταβαραθρώνει / θα καταβαραθρώσει | θα καταβαραθρώνουμε / θα καταβαραθρώσουμε | θα καταβαραθρώνετε / θα καταβαραθρώσετε | θα καταβαραθρώνουν / θα καταβαραθρώνουνε / θα καταβαραθρώσουν / θα καταβαραθρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταβαραθρώσει | έχεις καταβαραθρώσει | έχει καταβαραθρώσει | έχουμε καταβαραθρώσει | έχετε καταβαραθρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταβαραθρώσει | είχες καταβαραθρώσει | είχε καταβαραθρώσει | είχαμε καταβαραθρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταβαραθρώσει / να καταβαραθρώνω / να καταβαραθρώσω | να έχεις καταβαραθρώσει / να καταβαραθρώνεις / να καταβαραθρώσεις | να έχει καταβαραθρώσει / να καταβαραθρώνει / να καταβαραθρώσει | να έχουμε καταβαραθρώσει / να καταβαραθρώνουμε / να καταβαραθρώσουμε | να έχετε καταβαραθρώσει / να καταβαραθρώνετε / να καταβαραθρώσετε | να καταβαραθρώνουν / να καταβαραθρώνουνε / να καταβαραθρώσουν / να καταβαραθρώσουνε |
| Προστακτική | — | καταβαράθρωνε / καταβαράθρωσε | — | — | καταβαραθρώνετε / καταβαραθρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →