καταβασανίζω
•
- βασανίζω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταβασανίζω < κατα- + βασανίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταβασανίζω | καταβασανίζεις | καταβασανίζει | καταβασανίζουμε | καταβασανίζετε | καταβασανίζουν / καταβασανίζουνε |
| Παρατατικός | καταβασάνιζα | καταβασάνιζες | καταβασάνιζε | καταβασανίζαμε | καταβασανίζατε | καταβασάνιζαν / καταβασανίζαν / καταβασανίζανε |
| Αόριστος | καταβασάνισα | καταβασάνισες | καταβασάνισε | καταβασανίσαμε | καταβασανίσατε | καταβασάνισαν / καταβασανίσαν / καταβασανίσανε |
| Μέλλοντας | θα καταβασανίζω / θα καταβασανίσω | θα καταβασανίζεις / θα καταβασανίσεις | θα καταβασανίζει / θα καταβασανίσει | θα καταβασανίζουμε / θα καταβασανίσουμε | θα καταβασανίζετε / θα καταβασανίσετε | θα καταβασανίζουν / θα καταβασανίζουνε / θα καταβασανίσουν / θα καταβασανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταβασανίσει | έχεις καταβασανίσει | έχει καταβασανίσει | έχουμε καταβασανίσει | έχετε καταβασανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταβασανίσει | είχες καταβασανίσει | είχε καταβασανίσει | είχαμε καταβασανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταβασανίσει / να καταβασανίζω / να καταβασανίσω | να έχεις καταβασανίσει / να καταβασανίζεις / να καταβασανίσεις | να έχει καταβασανίσει / να καταβασανίζει / να καταβασανίσει | να έχουμε καταβασανίσει / να καταβασανίζουμε / να καταβασανίσουμε | να έχετε καταβασανίσει / να καταβασανίζετε / να καταβασανίσετε | να καταβασανίζουν / να καταβασανίζουνε / να καταβασανίσουν / να καταβασανίσουνε |
| Προστακτική | — | καταβασάνιζε / καταβασάνισε | — | — | καταβασανίζετε / καταβασανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →