Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταβιβασμός

/ka.ta.vi.vaˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταβιβάζω Βικιλεξικό
  2. επίσημοη μείωση ενός πράγματος Βικιλεξικό
  3. επίσημοη μείωση ενός προσώπου Βικιλεξικό
    • Υπέστη καταβιβασμός στον χώρο εργασίας του.
  4. γραμματικήη μετακίνηση τόνου προς την επόμενη συλλαβή, το τέλος της λέξεως, την λήγουσα Βικιλεξικό
    • Ἀλλὰ τότε πόθεν οὗτος ὁ τοῦ τόνου καταβιβασμὸς, ὁ ἀντιβαίνων εἰς τὸν κανόνα τὸν λέγοντα, ὅτι τὰ θηλυκὰ τῶν προπαροξυτόνων τριτοκλίτων ἐπιθέτων ἔχουσι προπαροξύτονον τὴν πληθυντικὴν ὀνομαστικὴν;

Ετυμολογία

καταβιβασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταβιβασμός. Συγχρονικά αναλύεται σε καταβιβάζ(ω) + -μός. Παραβάλετε αναβιβασμός.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταβιβασμόςκαταβιβασμοί
Γενικήκαταβιβασμούκαταβιβασμών
Αιτιατικήκαταβιβασμόκαταβιβασμούς
Κλητικήκαταβιβασμέκαταβιβασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →