καταβιβασμός
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταβιβάζω Βικιλεξικό
- επίσημοη μείωση ενός πράγματος Βικιλεξικό
- επίσημοη μείωση ενός προσώπου Βικιλεξικό
- Υπέστη καταβιβασμός στον χώρο εργασίας του.
- γραμματικήη μετακίνηση τόνου προς την επόμενη συλλαβή, το τέλος της λέξεως, την λήγουσα Βικιλεξικό
- Ἀλλὰ τότε πόθεν οὗτος ὁ τοῦ τόνου καταβιβασμὸς, ὁ ἀντιβαίνων εἰς τὸν κανόνα τὸν λέγοντα, ὅτι τὰ θηλυκὰ τῶν προπαροξυτόνων τριτοκλίτων ἐπιθέτων ἔχουσι προπαροξύτονον τὴν πληθυντικὴν ὀνομαστικὴν;
Ετυμολογία
καταβιβασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταβιβασμός. Συγχρονικά αναλύεται σε καταβιβάζ(ω) + -μός. Παραβάλετε αναβιβασμός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταβιβασμός | καταβιβασμοί |
| Γενική | καταβιβασμού | καταβιβασμών |
| Αιτιατική | καταβιβασμό | καταβιβασμούς |
| Κλητική | καταβιβασμέ | καταβιβασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →