καταβρεχτήρας
•
- υδροφόρο όχημα με το οποίο καταβρέχουν τους δρόμους, για να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός ή για άλλους λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταβρεχτήρας < καταβρέχω + -τήρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταβρεχτήρας | καταβρεχτήρες |
| Γενική | καταβρεχτήρα | καταβρεχτήρων |
| Αιτιατική | καταβρεχτήρα | καταβρεχτήρες |
| Κλητική | καταβρεχτήρα | καταβρεχτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →