καταβρομίζω
•
- βρομίζω τελείως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταβρομίζω < κατα- + βρομίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταβρομίζω | καταβρομίζεις | καταβρομίζει | καταβρομίζουμε | καταβρομίζετε | καταβρομίζουν / καταβρομίζουνε |
| Παρατατικός | καταβρόμιζα | καταβρόμιζες | καταβρόμιζε | καταβρομίζαμε | καταβρομίζατε | καταβρομίζαν / καταβρομίζανε / καταβρόμιζαν |
| Αόριστος | καταβρόμισα | καταβρόμισες | καταβρόμισε | καταβρομίσαμε | καταβρομίσατε | καταβρομίσαν / καταβρομίσανε / καταβρόμισαν |
| Μέλλοντας | θα καταβρομίζω / θα καταβρομίσω | θα καταβρομίζεις / θα καταβρομίσεις | θα καταβρομίζει / θα καταβρομίσει | θα καταβρομίζουμε / θα καταβρομίσουμε | θα καταβρομίζετε / θα καταβρομίσετε | θα καταβρομίζουν / θα καταβρομίζουνε / θα καταβρομίσουν / θα καταβρομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταβρομίσει | έχεις καταβρομίσει | έχει καταβρομίσει | έχουμε καταβρομίσει | έχετε καταβρομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταβρομίσει | είχες καταβρομίσει | είχε καταβρομίσει | είχαμε καταβρομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταβρομίσει / να καταβρομίζω / να καταβρομίσω | να έχεις καταβρομίσει / να καταβρομίζεις / να καταβρομίσεις | να έχει καταβρομίσει / να καταβρομίζει / να καταβρομίσει | να έχουμε καταβρομίσει / να καταβρομίζουμε / να καταβρομίσουμε | να έχετε καταβρομίσει / να καταβρομίζετε / να καταβρομίσετε | να καταβρομίζουν / να καταβρομίζουνε / να καταβρομίσουν / να καταβρομίσουνε |
| Προστακτική | — | καταβρόμιζε / καταβρόμισε | — | — | καταβρομίζετε / καταβρομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →