καταβροχθίζω
•
- καταπίνω λαίμαργα και σχεδόν αμάσητη πολλή τροφή Βικιλεξικό
- H τσιπούρα συχνάζει σ’ εκείνα τα σημεία της θάλασσας όπου υπάρχουν και αναπτύσσονται αποικίες από μύδια, τα οποία κυριολεκτικά καταβροχθίζει. (@ethnos.gr 24 Απριλίου 2010)
- Συγύριζα το σπίτι όπως όπως, συδαύλιζα τη φωτιά να γίνουν γρήγορα τα όσπρια κι ετοίμαζα το κολατσιό που μου άρεσε, την καπύρα. Έκοβα μια χοντρή φέτα από το καρβέλι, την έψηνα στη θράκα και ζεστή ζεστή την άλειβα με λάδι. Πριν πάρω το δρόμο για τη θάλασσα, την είχα κιόλας καταβροχθίσει. (Λίτσα Ψαραύτη, Το χαμόγελο της Εκάτης, εκδ. Πατάκη, 1996, σελ. 76)
- μεταφορικάδέχομαι με μεγάλη ευχαρίστηση, απολαμβάνω Βικιλεξικό
- Το πρότυπο του αυστηρού πατέρα των παλιών αναγνωστικών υποχωρεί. Ο μπαμπάς είναι πιο τρυφερός, παίρνει ενεργά μέρος στην ανατροφή, καταβροχθίζει βιβλία παιδικής ψυχολογίας. (@tovima.gr 10 Απριλίου 2014)
- μεταφορικάεξαφανίζω Βικιλεξικό
- Στον τόπο μας η αγνωμοσύνη προς τους ανθρώπους που ξοδεύονται με τυφλή αφοσίωση έχει καταντήσει θεσμός. Δεν προφτάνουν να κλείσουν το έργο τους και τους καταβροχθίζει η πιο αδυσώπητη σιωπή. (@enet.gr 3 Νοεμβρίου 2014)
Ετυμολογία
καταβροχθίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταβροχθίζω < κατα- + βροχθίζω < βρόχθος : για τις μεταφορικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική engloutir
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταβροχθίζω | καταβροχθίζεις | καταβροχθίζει | καταβροχθίζουμε | καταβροχθίζετε | καταβροχθίζουν / καταβροχθίζουνε |
| Παρατατικός | καταβρόχθιζα | καταβρόχθιζες | καταβρόχθιζε | καταβροχθίζαμε | καταβροχθίζατε | καταβροχθίζαν / καταβροχθίζανε / καταβρόχθιζαν |
| Αόριστος | καταβρόχθισα | καταβρόχθισες | καταβρόχθισε | καταβροχθίσαμε | καταβροχθίσατε | καταβροχθίσαν / καταβροχθίσανε / καταβρόχθισαν |
| Μέλλοντας | θα καταβροχθίζω / θα καταβροχθίσω | θα καταβροχθίζεις / θα καταβροχθίσεις | θα καταβροχθίζει / θα καταβροχθίσει | θα καταβροχθίζουμε / θα καταβροχθίσουμε | θα καταβροχθίζετε / θα καταβροχθίσετε | θα καταβροχθίζουν / θα καταβροχθίζουνε / θα καταβροχθίσουν / θα καταβροχθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταβροχθίσει | έχεις καταβροχθίσει | έχει καταβροχθίσει | έχουμε καταβροχθίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταβροχθίσει | είχες καταβροχθίσει | είχε καταβροχθίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταβροχθίσει / να καταβροχθίζω / να καταβροχθίσω | να έχεις καταβροχθίσει / να καταβροχθίζεις / να καταβροχθίσεις | να έχει καταβροχθίσει / να καταβροχθίζει / να καταβροχθίσει | να έχουμε καταβροχθίσει / να καταβροχθίζουμε / να καταβροχθίσουμε | να καταβροχθίζετε / να καταβροχθίσετε | να καταβροχθίζουν / να καταβροχθίζουνε / να καταβροχθίσουν / να καταβροχθίσουνε |
| Προστακτική | — | καταβρόχθιζε / καταβρόχθισε | — | — | καταβροχθίζετε / καταβροχθίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταβροχθίστηκακαταβροχθίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →