καταβυθίζω
•
- βυθίζω ολοσχερώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταβυθίζω < κατα- + βυθίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταβυθίζω | καταβυθίζεις | καταβυθίζει | καταβυθίζουμε | καταβυθίζετε | καταβυθίζουν / καταβυθίζουνε |
| Παρατατικός | καταβύθιζα | καταβύθιζες | καταβύθιζε | καταβυθίζαμε | καταβυθίζατε | καταβυθίζαν / καταβυθίζανε / καταβύθιζαν |
| Αόριστος | καταβύθισα | καταβύθισες | καταβύθισε | καταβυθίσαμε | καταβυθίσατε | καταβυθίσαν / καταβυθίσανε / καταβύθισαν |
| Μέλλοντας | θα καταβυθίζω / θα καταβυθίσω | θα καταβυθίζεις / θα καταβυθίσεις | θα καταβυθίζει / θα καταβυθίσει | θα καταβυθίζουμε / θα καταβυθίσουμε | θα καταβυθίζετε / θα καταβυθίσετε | θα καταβυθίζουν / θα καταβυθίζουνε / θα καταβυθίσουν / θα καταβυθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταβυθίσει | έχεις καταβυθίσει | έχει καταβυθίσει | έχουμε καταβυθίσει | έχετε καταβυθίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταβυθίσει | είχες καταβυθίσει | είχε καταβυθίσει | είχαμε καταβυθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταβυθίσει / να καταβυθίζω / να καταβυθίσω | να έχεις καταβυθίσει / να καταβυθίζεις / να καταβυθίσεις | να έχει καταβυθίσει / να καταβυθίζει / να καταβυθίσει | να έχουμε καταβυθίσει / να καταβυθίζουμε / να καταβυθίσουμε | να έχετε καταβυθίσει / να καταβυθίζετε / να καταβυθίσετε | να καταβυθίζουν / να καταβυθίζουνε / να καταβυθίσουν / να καταβυθίσουνε |
| Προστακτική | — | καταβύθιζε / καταβύθισε | — | — | καταβυθίζετε / καταβυθίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →