Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταβυθίζω

ρήμα
•
  1. βυθίζω ολοσχερώς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταβυθίζω < κατα- + βυθίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταβυθίζωκαταβυθίζειςκαταβυθίζεικαταβυθίζουμεκαταβυθίζετεκαταβυθίζουν / καταβυθίζουνε
Παρατατικόςκαταβύθιζακαταβύθιζεςκαταβύθιζεκαταβυθίζαμεκαταβυθίζατεκαταβυθίζαν / καταβυθίζανε / καταβύθιζαν
Αόριστοςκαταβύθισακαταβύθισεςκαταβύθισεκαταβυθίσαμεκαταβυθίσατεκαταβυθίσαν / καταβυθίσανε / καταβύθισαν
Μέλλονταςθα καταβυθίζω / θα καταβυθίσωθα καταβυθίζεις / θα καταβυθίσειςθα καταβυθίζει / θα καταβυθίσειθα καταβυθίζουμε / θα καταβυθίσουμεθα καταβυθίζετε / θα καταβυθίσετεθα καταβυθίζουν / θα καταβυθίζουνε / θα καταβυθίσουν / θα καταβυθίσουνε
Παρακείμενοςέχω καταβυθίσειέχεις καταβυθίσειέχει καταβυθίσειέχουμε καταβυθίσειέχετε καταβυθίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καταβυθίσειείχες καταβυθίσειείχε καταβυθίσειείχαμε καταβυθίσει——
Υποτακτικήνα έχω καταβυθίσει / να καταβυθίζω / να καταβυθίσωνα έχεις καταβυθίσει / να καταβυθίζεις / να καταβυθίσειςνα έχει καταβυθίσει / να καταβυθίζει / να καταβυθίσεινα έχουμε καταβυθίσει / να καταβυθίζουμε / να καταβυθίσουμενα έχετε καταβυθίσει / να καταβυθίζετε / να καταβυθίσετενα καταβυθίζουν / να καταβυθίζουνε / να καταβυθίσουν / να καταβυθίσουνε
Προστακτική—καταβύθιζε / καταβύθισε——καταβυθίζετε / καταβυθίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →