Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταβόθρα

/ka.taˈvo.θɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωλογίαυπόγειος φυσικός αγωγός στον οποίο διοχετεύονται νερά από λίμνες ή ποτάμια προς τη θάλασσα ή σε άλλο σημείο της γης όπου αναβλύζουν Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάνθρωπος που ξοδεύει πολλά χρήματα, σπάταλος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαντικείμενο το οποίο απαιτεί μεγάλη ποσότητα χρημάτων για να λειτουργήσει σωστά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταβόθρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταβόθρα < ελληνιστική κοινή καταβοθρ(εύω) + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταβόθρακαταβόθρες
Γενικήκαταβόθραςκαταβοθρών
Αιτιατικήκαταβόθρακαταβόθρες
Κλητικήκαταβόθρακαταβόθρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →