καταγής
•
- οικείοκάτω, στο δάπεδο, πάνω στο έδαφος, στο χώμα Βικιλεξικό
- Η καλύβα δεν είχε κρεβάτι, οπότε αναγκαστικά έστρωσε καταγής για να κοιμηθεί.
Ετυμολογία
καταγής < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κατὰ γῆς (κάτω από τη γη) < κατά & γῆ στη γενική ενικού
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →