Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταδέχομαι

ρήμα
•
  1. δέχομαι να κάνω κάτι που ταιριάζει σε θέση κατώτερη από αυτήν που έχω ή θεωρώ ότι μου αξίζει Βικιλεξικό
    • Για δες την κόμισσα! Δεν καταδέχεται ούτε το πιάτο της να σηκώσει από το τραπέζι
  2. δέχομαι να έρθω σε επαφή με άλλους ανθρώπους Βικιλεξικό
    • Από τότε που κέρδισε το λαχείο ο Γιωργάκης, δεν μας καταδέχεται πια ...
    • Μπα! Τρία χρόνια είχαμε να σε δούμε. Πώς και μας καταδέχτηκες;

Ετυμολογία

καταδέχομαι < αρχαία ελληνική καταδέχομαι < κατά + δέχομαι

Άλλοι τύποι

καταδέχτηκακαταδεχτώκαταδεχόμουν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →