καταδέχομαι
•
- δέχομαι να κάνω κάτι που ταιριάζει σε θέση κατώτερη από αυτήν που έχω ή θεωρώ ότι μου αξίζει Βικιλεξικό
- Για δες την κόμισσα! Δεν καταδέχεται ούτε το πιάτο της να σηκώσει από το τραπέζι
- δέχομαι να έρθω σε επαφή με άλλους ανθρώπους Βικιλεξικό
- Από τότε που κέρδισε το λαχείο ο Γιωργάκης, δεν μας καταδέχεται πια ...
- Μπα! Τρία χρόνια είχαμε να σε δούμε. Πώς και μας καταδέχτηκες;
Ετυμολογία
καταδέχομαι < αρχαία ελληνική καταδέχομαι < κατά + δέχομαι
Άλλοι τύποι
καταδέχτηκακαταδεχτώκαταδεχόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →