καταδίωξη
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταδιώκω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταδιώκω Βικιλεξικό
- νομικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταδιώκω Βικιλεξικό
- ιατρικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταδιώκω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταδίωξη < καταδιώκω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδίωξη | καταδιώξεις |
| Γενική | καταδίωξης | καταδιώξεων |
| Αιτιατική | καταδίωξη | καταδιώξεις |
| Κλητική | καταδίωξη | καταδιώξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →