καταδιοπτρικός
•
- φυσικήο σχετικός με διάταξη φακών και διόπτρων Βικιλεξικό
- καταδιοπτρικό σύστημα
Ετυμολογία
καταδιοπτρικός < κατα- + διοπτρικός λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική catadioptric
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδιοπτρικός | καταδιοπτρική | καταδιοπτρικό |
| Γενική | καταδιοπτρικού | καταδιοπτρικής | καταδιοπτρικού |
| Αιτιατική | καταδιοπτρικό | καταδιοπτρική | καταδιοπτρικό |
| Κλητική | καταδιοπτρικέ | καταδιοπτρική | καταδιοπτρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδιοπτρικοί | καταδιοπτρικές | καταδιοπτρικά |
| Γενική | καταδιοπτρικών | καταδιοπτρικών | καταδιοπτρικών |
| Αιτιατική | καταδιοπτρικούς | καταδιοπτρικές | καταδιοπτρικά |
| Κλητική | καταδιοπτρικοί | καταδιοπτρικές | καταδιοπτρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →