καταδοτικός
•
- που έχει σχέση με τον καταδότη ή την κατάδοση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταδοτικός < καταδότης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδοτικός | καταδοτική | καταδοτικό |
| Γενική | καταδοτικού | καταδοτικής | καταδοτικού |
| Αιτιατική | καταδοτικό | καταδοτική | καταδοτικό |
| Κλητική | καταδοτικέ | καταδοτική | καταδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδοτικοί | καταδοτικές | καταδοτικά |
| Γενική | καταδοτικών | καταδοτικών | καταδοτικών |
| Αιτιατική | καταδοτικούς | καταδοτικές | καταδοτικά |
| Κλητική | καταδοτικοί | καταδοτικές | καταδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →