Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καταδότη ή την κατάδοση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταδοτικός < καταδότης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδοτικόςκαταδοτικήκαταδοτικό
Γενικήκαταδοτικούκαταδοτικήςκαταδοτικού
Αιτιατικήκαταδοτικόκαταδοτικήκαταδοτικό
Κλητικήκαταδοτικέκαταδοτικήκαταδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδοτικοίκαταδοτικέςκαταδοτικά
Γενικήκαταδοτικώνκαταδοτικώνκαταδοτικών
Αιτιατικήκαταδοτικούςκαταδοτικέςκαταδοτικά
Κλητικήκαταδοτικοίκαταδοτικέςκαταδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →