καταδρομέας
•
- στρατιωτικός όροςμέλος των ενόπλων δυνάμεων ειδικά εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο για τακτικές ανορθόδοξου πολέμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταδρομέας < καταδρομ(ή) + (-εύς) -έας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδρομέας | καταδρομείς |
| Γενική | καταδρομέα / καταδρομέως | καταδρομέων |
| Αιτιατική | καταδρομέα | καταδρομείς |
| Κλητική | καταδρομέα | καταδρομείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →