καταδρομικό
•
- ναυτικός όροςτο πολεμικό σκάφος προοριζόμενο για αιφνιδιαστικές επιθέσεις και καταδίωξη εχθρικών σκαφών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταδρομικό < καταδρομή + -ικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδρομικό | καταδρομικά |
| Γενική | καταδρομικού | καταδρομικών |
| Αιτιατική | καταδρομικό | καταδρομικά |
| Κλητική | καταδρομικό | καταδρομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →