καταζητούμαι
•
- που με καταζητούν οι αρχές Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου με αναζητούν με μανία, σαν καταζητούμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταζητούμαι < καταζητώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
καταζητούμαι < καταζητώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →