καταθέτω
•
- γενικότερατοποθετώ κάποιο αντικείμενο σε μνημείο σαν ένδειξη θαυμασμού ή εκτίμησης Βικιλεξικό
- οικονομίατοποθετώ χρήματα σε λογαριασμό Βικιλεξικό
- νομικός όροςδίνω κάποια μαρτυρία ή έντυπο σε δικαστική ή άλλη αρχή Βικιλεξικό
- κατέθεσε την παραίτησή του
- πήγε στο δικαστήριο για να καταθέσει υπέρ του κατηγορούμενου
- (συνεκδοχικά) δίνω ή υποβάλω σε κάποια δημόσια ή άλλη αρχή κάποιο έντυπο ή άλλο αντικείμενο που μου έχει δοθεί ή εντολή που μου έχει ανατεθεί, χάνοντας έτσι το αντίστοιχο δικαίωμα χρήσης του
- κατέθεσαν τα σήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας
- μετά από τα τελευταία γεγονότα ο Πρωθυπουργός κατέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης
Ετυμολογία
καταθέτω < αρχαία ελληνική κατατίθημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταθέτω | καταθέτεις | καταθέτει | καταθέτουμε | καταθέτετε | καταθέτουν / καταθέτουνε |
| Παρατατικός | κατέθετα | κατέθετες | κατέθετε | καταθέταμε | καταθέτατε | κατέθεταν / καταθέταν / καταθέτανε |
| Αόριστος | κατέθεσα | κατέθεσες | κατέθεσε | καταθέσαμε | καταθέσατε | κατέθεσαν / καταθέσαν / καταθέσανε |
| Μέλλοντας | θα καταθέσω / θα καταθέτω | θα καταθέσεις / θα καταθέτεις | θα καταθέσει / θα καταθέτει | θα καταθέσουμε / θα καταθέτουμε | θα καταθέσετε / θα καταθέτετε | θα καταθέσουν / θα καταθέσουνε / θα καταθέτουν / θα καταθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταθέσει | έχεις καταθέσει | έχει καταθέσει | έχουμε καταθέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταθέσει | είχες καταθέσει | είχε καταθέσει | είχαμε καταθέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταθέσει / να καταθέσω / να καταθέτω | να έχεις καταθέσει / να καταθέσεις / να καταθέτεις | να έχει καταθέσει / να καταθέσει / να καταθέτει | να έχουμε καταθέσει / να καταθέσουμε / να καταθέτουμε | να καταθέσετε / να καταθέτετε | να καταθέσουν / να καταθέσουνε / να καταθέτουν / να καταθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε κατατεθειμένο / κατέθεσε / κατέθετε | — | — | καταθέστε / καταθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →