Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταθέτω

ρήμα
•
  1. γενικότερατοποθετώ κάποιο αντικείμενο σε μνημείο σαν ένδειξη θαυμασμού ή εκτίμησης Βικιλεξικό
  2. οικονομίατοποθετώ χρήματα σε λογαριασμό Βικιλεξικό
  3. νομικός όροςδίνω κάποια μαρτυρία ή έντυπο σε δικαστική ή άλλη αρχή Βικιλεξικό
    • κατέθεσε την παραίτησή του
    • πήγε στο δικαστήριο για να καταθέσει υπέρ του κατηγορούμενου
    • (συνεκδοχικά) δίνω ή υποβάλω σε κάποια δημόσια ή άλλη αρχή κάποιο έντυπο ή άλλο αντικείμενο που μου έχει δοθεί ή εντολή που μου έχει ανατεθεί, χάνοντας έτσι το αντίστοιχο δικαίωμα χρήσης του
    • κατέθεσαν τα σήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας
    • μετά από τα τελευταία γεγονότα ο Πρωθυπουργός κατέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης

Ετυμολογία

καταθέτω < αρχαία ελληνική κατατίθημι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταθέτωκαταθέτειςκαταθέτεικαταθέτουμεκαταθέτετεκαταθέτουν / καταθέτουνε
Παρατατικόςκατέθετακατέθετεςκατέθετεκαταθέταμεκαταθέτατεκατέθεταν / καταθέταν / καταθέτανε
Αόριστοςκατέθεσακατέθεσεςκατέθεσεκαταθέσαμεκαταθέσατεκατέθεσαν / καταθέσαν / καταθέσανε
Μέλλονταςθα καταθέσω / θα καταθέτωθα καταθέσεις / θα καταθέτειςθα καταθέσει / θα καταθέτειθα καταθέσουμε / θα καταθέτουμεθα καταθέσετε / θα καταθέτετεθα καταθέσουν / θα καταθέσουνε / θα καταθέτουν / θα καταθέτουνε
Παρακείμενοςέχω καταθέσειέχεις καταθέσειέχει καταθέσειέχουμε καταθέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα καταθέσειείχες καταθέσειείχε καταθέσειείχαμε καταθέσει——
Υποτακτικήνα έχω καταθέσει / να καταθέσω / να καταθέτωνα έχεις καταθέσει / να καταθέσεις / να καταθέτειςνα έχει καταθέσει / να καταθέσει / να καταθέτεινα έχουμε καταθέσει / να καταθέσουμε / να καταθέτουμενα καταθέσετε / να καταθέτετενα καταθέσουν / να καταθέσουνε / να καταθέτουν / να καταθέτουνε
Προστακτική—έχε κατατεθειμένο / κατέθεσε / κατέθετε——καταθέστε / καταθέτετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →